ἀρμένη

ἀραρίσκω
join
aor part mid fem nom/voc sg (attic epic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • .αρμένη — ἀρμένη , ἀραρίσκω join aor part mid fem nom/voc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἐρμένη , εἴρω fasten together in rows perf part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρμένη — ἀρμένη , ἀραρίσκω join aor part mid fem nom/voc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἐρμένη , εἴρω fasten together in rows perf part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αρμένη — Επίνειο κοντά στη Σινώπη, στον Εύξεινο Πόντο. Λέγεται και Αρμήνη (Ακλιμάν). Το μικρό αυτό λιμάνι αναφέρουν πολλοί αρχαίοι συγγραφείς (Στράβων, Πτολεμαίος, Σκύλαξ, Αρριανός, Ξενοφών) …   Dictionary of Greek

  • АРМЕНА —    • Armēne,          (Άρμήνη, Хеn. Anab. 6, 1, 15; Άρμένη, Strab. 12, 545), город и гавань в Пафлагонии вблизи Синопа; н. Аклиман (т. е. белая гавань) …   Реальный словарь классических древностей

  • εξωτερικεύω — φανερώνω, εκφράζω τις ενδόμυχες σκέψεις μου. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1884 στον Π. Βράιλα Αρμένη. Απόδοση ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. exteriorize < αγγλ. exterior < λατ. exterus «εξωτερικός»)] …   Dictionary of Greek

  • επιπρόσθετος — η, ο αυτός που προστίθεται επί πλέον ή κατόπιν («επιπρόσθετες ώρες δουλειάς»). επίρρ... επιπροσθέτως και α επί πλέον, εκτός τών άλλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιπροσθέτω. Η λ. μαρτυρείται στον Π. Βράιλα Αρμένη] …   Dictionary of Greek

  • ιδανίκευση — η η ανύψωση κάποιου πράγματος ή κάποιας ιδιότητας σε ιδανική μορφή, η εξιδανίκευση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδανικεύω. Η λ. στον λόγιο τ. ιδανίκευσις μαρτυρείται από το 1871 στο περιοδικό Νέα Πανδώρα από τον Π. Βράιλα Αρμένη] …   Dictionary of Greek

  • ιδανικεύω — ανυψώνω κάτι σε ιδανική μορφή, αποδίδω σε κάτι ιδανική υπόσταση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδανικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο περιοδικό Νέα Πανδώρα από τον Π. Βράιλα Αρμένη] …   Dictionary of Greek

  • ικανοποιητικός — ή, ό 1. (για ενέργειες, καταστάσεις ή πράγματα) αυτός που μπορεί να προσφέρει ικανοποίηση, επάρκεια ή ευχαρίστηση («ικανοποιητική δήλωση») 2. (για αμοιβή εργασίας ή για κέρδος επιχειρήσεως) επαρκής, αρκετός («μισθός ικανοποιητικός»). επίρρ...… …   Dictionary of Greek

  • καλολογικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην καλολογία, στην αισθητική τού λόγου («καλολογικά στοιχεία τού λογοτεχνήματος») 2. κομψός, γλαφυρός από φραστική άποψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλολογῶ. Η λ. μαρτυρείται από το 1850 στον Π. Βράιλα Αρμένη] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.